Χαλικια

κι έτσι μια λέξη
με τόνο στην προπαραλήγουσα
άστραψε
τ’ άρρητα λέγουσα
άναψε
πάνω απ’ τα χάσματα
φύτεψε
μάραθο ύσσωπο άψινθο
άπλωσε
στον ασβεστόλιθο
άσματα
κάτασπρα άσπιλα
ανυπεράσπιστα
έσταξα
μέσα σου θάλασσα

ιππόκαμποι
τα μαύρα της μαλλιά
ουρά ιχθυοκένταυρου
τα χνάρια
που χάνονται
στου χρόνου τα χορτάρια
στου ήλιου το θαμπό

και όσα δεν θα πω
και όσα δεν χωράνε
το βλέμμα και ο νους
τι πέλαγο τι γη
απέραντος ο κάμπος
για έφιππους θεούς
κι εγώ για μια στιγμή
φωτιά και κουρνιαχτός
του άρματος τροχός και δόρυ του Ποντάρχη

πως έγινε χαλάσματα η γη
παιχνίδι έμπορα
που ξεπουλάει τη σκόνη
των αστεριών
και σαν επιταγή
τα χώματά μου
εξυδραργυρώνει

κι εσύ
νεράιδα
φουστάνι ασημί
ανάσα γιασεμί
/πως θά ‘θελα αυγή θαλασσινή
μια μέρα να σε στέψω/
μη φύγεις μόνη
με μια μικρή ανάκουστη ωδή
θα βγω στο δρόμο να σε συνοδέψω

ένα τσιγάρο ο δρόμος
αδιάβατος όμως
και άπατος
όλος ερείπια καπνοί και φαντάσματα
ένα τεράστιο ανίατο ράγισμα
ίσως ηχώ από κάποιο τρακάρισμα
των ουρανών με την άβυσσο
ίσως της γης η μιλιά
κάτι που σέρνεται κάτω στην άσφαλτο
άυπνο άυλο άνυδρο άπιαστο
πάνω από τα παλιά
εργοστάσια
ρόδινη η καταχνιά

μια αστραπή
που έρχεται ανάποδα
από το έδαφος
χτυπάει και αστοχεί
επίτηδες
για να πετύχει αύριο
την έχω για φωνή

για μια φωνή που έπινε τ’ ανείπωτα
από τον Ενιπέα
και αλύπητα
λυπήθηκε το σάπιο υλικό
της ιστορίας
πόθησε ασήκωτα
το σώμα της
και δεν σηκώνει τίποτα
φαντασιακό

τοπίο έκτοπο
χωμένο
στο γκρίζο ημίφως
θαρρείς
κυλάει ο νους των φαντασμένων
χυλός χυμένος
καταγής
κολλάει στου χρόνου την πατούσα
κι αντί για λέξη ντροπαλή
μια καθαρεύουσα βρομούσα
στην τσιμεντόστρωτη αυλή

φως του χώματος
πικροδάφνη μου
χαμομήλι μου
αλμυρίκι μου και τριβόλι αγκαθερό
ποιος εχθρός σε κρατάει αιχμάλωτη
Υψιπύλη μου
πού να πάω για να σε βρω

άσπρο πέταλο
άστρο πέτρινο
και αέρινο
που αγαπήθηκες και προδόθηκες εφταπλά
λάμψη γήινη υψιμέδουσα
υφυπέρτατη
απ’ τ’ απέραντο μόνο λίγο πιο χαμηλά

φωτοσύνθετη
φωτογέννητη
φαεσίμβροτος
που θυσιάζεσαι και θεώνεσαι
σιωπηλά